Σταθμίζοντας τα δεδομένα στον δρόμο προς την Χάγη

Σταθμίζοντας τα δεδομένα στον δρόμο προς την Χάγη

ΧΑΓΗ: Απάντηση στο κοινό άρθρο τεσσάρων συντακτών στην Καθημερινή 30/7/2023

Σταθμίζοντας τα δεδομένα στον δρόμο προς την Χάγη  του Δρα Βενιαμίν Καρακωστάνογλου, Διεθνολόγου, Λέκτορα Νομικής Σχολής Α.Π.Θ., Προέδρου Περιφερειακού Συμβουλίου Κεντρικής Μακεδονίας, μέλους του ΙΗΑ

Δίνοντας αρχικά μία σύνοψη του παραπάνω άρθρου, σημειώνω τα εξής:

Όπως τονίζεται και στον υπότιτλο του κειμένου, αυτό ασχολείται με το πώς επηρεάζουν την ελληνοτουρκική προσέγγιση, το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, οι εναλλακτικές σε περίπτωση μη συμφωνίας και η χρονική συγκυρία.

Αυτά τα τρία στοιχεία επιχειρεί να αναλύσει το περιεχόμενο του άρθρου.

Είναι προφανής η εξαντλητική σχεδόν παράθεση επιχειρημάτων για να αποδειχθεί ότι η παρούσα συγκυρία είναι ιδανική για έναν παραγωγικό διάλογο Ελλάδος-Τουρκίας. Θα έλεγα, ότι πρόκειται για μία «εναγώνια» προσπάθεια να πεισθεί το αναγνωστικό κοινό ότι πρέπει να αξιοποιηθεί η πολλαπλά θετική συγκυρία για την επίλυση των ζητημάτων οριοθέτησης Υφαλοκρηπίδας (η ΑΟΖ δεν αναφέρεται παρά μόνο σποραδικά) και ότι η μόνη ρεαλιστική εναλλακτική, που δεν οδηγεί σε σύγκρουση (μία καταστροφική από κάθε άποψη εξέλιξη και για τις δύο χώρες) είναι η διατήρηση της παρούσας κατάστασης (δηλαδή της επί 50 χρόνια στασιμότητας και εκκρεμότητας). Το κείμενο επισημαίνει ότι για να επιτυγχάνουμε αυτήν την διατήρηση του status quo, δαπανήσαμε (για δαπάνες στην Άμυνα) τα τελευταία 50 χρόνια συνολικά 400 δις ευρώ. Και συνεχίζει το κείμενο ότι «η κούρσα των εξοπλισμών που ξεκίνησε λόγω της διαφοράς μας για την Υφαλοκρηπίδα, είναι πιθανό να έχει κοστίσει μέχρι σήμερα περισσότερο από το όποιο προσδοκώμενο κέρδος θα μας απέφεραν τυχόν πλουτοπαραγωγικοί πόροι της Υφαλοκρηπίδας (…). Επιπλέον σε λίγα χρόνια δεν θα έχουν νόημα τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, ακόμη κι αν αυτά υπάρχουν και είναι εκμεταλλεύσιμα, λόγω της κλιματικής κρίσης και συνακόλουθα της αναπόφευκτης πράσινης μετάβασης».

Επίσης, το κείμενο των τεσσάρων, αναφέρει ότι πολλοί αναλυτές  εκφράζουν «βάσιμες ενστάσεις» λόγω της «καθ’ υποτροπήν παραβατικότητας της Τουρκίας, ή και εύλογες αμφιβολίες για το αν ποτέ η Άγκυρα θα δεχόταν μία επίλυση που θα βασίζεται στο Διεθνές Δίκαιο». Οι αναλύσεις αυτές, πάντως, «αδυνατούν να προτείνουν μια αξιόπιστη και ρεαλιστική εναλλακτική».

«Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η ακινησία. Και αν κάποια πλευρά επιθυμεί να τορπιλίσει τον διάλογο, αυτή δεν (πρέπει να) είναι η Ελλάδα».

Επίσης, οι συντάκτες του κειμένου καταγγέλουν ότι κάποιοι προτείνουν «άστοχες, μη ρεαλιστικές έως και επικίνδυνες αντιδράσεις της ελληνικής πλευράς».

«Μονομερείς ενέργειες από πλευράς μας θα δικαίωναν τις τουρκικές αντιδράσεις, θα εξομοίωναν τις συμπεριφορές και θα μετέφεραν τη διαδικασία επίλυσης από το πεδίο του δικαίου (όπου έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα) στο πεδίο της ισχύος». Αναφέρουν δε ως παράδειγμα «την πρόταση για άμεση οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο προκειμένου να φέρουμε την Άγκυρα προ τετελεσμένων».

Επίσης το κείμενο «απορρίπτει» το «να αρχίσει η χώρα μας να διεκδικεί (τι;). Να γίνουμε δηλαδή κι εμείς αναθεωρητική χώρα». Κατηγορεί δε ως «μυωπική» στρατηγική αλλά και τακτική αυτές τις προτάσεις. Τέλος, «από πλευράς χρονισμού (timing)», θεωρεί «ότι αυτή είναι η καλύτερη περίοδος των τελευταίων 20 χρόνων για να ξεκινήσουμε μία ουσιαστική συζήτηση με την Τουρκία. Η Τουρκία δεν μπορεί να συνεχίσει την διπλωματία του καταναγκασμού εις βάρος της χώρας μας χωρίς υψηλό κόστος». «Τόσο η ΗΠΑ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν αντιληφθεί πλήρως τη συναλλακτική λογική που χαρακτηρίζει τις τουρκικές ενέργειες».

Άλλωστε, «Τα τελευταία 50 χρόνια όλοι οι συγκριτικοί δείκτες, ποιοτικοί και ποσοτικοί (με την Τουρκία) έχουν μεταβληθεί σε βάρος μας».

«Η γεωγραφία είναι πεπρωμένο. Πρέπει να βρούμε τον τρόπο (όχι βέβαια με οποιοδήποτε τρόπο ) να συνυπάρξουμε με την Τουρκία που έχουμε, όχι αυτή που θέλουμε». Και βέβαια το άρθρο τελειώνει με την αυτονόητη, αλλά προσχηματική, επωδό «χωρίς να διακοπεί ούτε στιγμή η συνεχής ενίσχυση και ο εκσυγχρονισμός των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλων συντελεστών ισχύος και αποτροπής»…

Κριτική-Απαντήσεις

1. Μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας διεξήχθησαν μετά το 1973 (Νοε.), οπότε εκδηλώθηκε η μονομερής τουρκική προσπάθεια οριοθέτησης Υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, πολλές μορφές διαλόγου και διαπραγματεύσεων επί 50 χρόνια ήδη, σε όλα τα επίπεδα, για την Υφαλοκρηπίδα και συναφή θέματα.

Από το Κοινό Ανακοινωθέν Καραμανλή-Ντεμιρέλ (Μάιος 1975), το Πρακτικό της Βέρνης (Νοε.1976) που δρομολόγησε απευθείας διαπραγματεύσεις Ελλάδος-Τουρκίας μέχρι το 1981, τις συνομιλίες στο Νταβός του Ανδρέα Παπανδρέου (1988), μετά την κρίση του Μαρτίου 1987, το Κοινό Ανακοινωθέν της Μαδρίτης (1997), το Ανακοινωθέν Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999), τις διερευνητικές επαφές που διεξήχθησαν μετά από το 2002 μέχρι 2016 και, μετά την διακοπή τους, συνεχίσθηκαν μέχρι το 2020, για 64 γύρους(!) και βέβαια πιο πρόσφατα συναντήσεις ΥπΕξ και Πρωθυπουργών στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδος-Τουρκίας. Μεσολάβησε η 395/1976 Απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και δύο Αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης μετά από Προσφυγή της Ελλάδος, το 1976 και το 1978.

Οι θέσεις των πλευρών λοιπόν είναι γνωστές αμοιβαία και ταυτόχρονα είναι διαπιστωμένο το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ τους που είναι διαχρονικό και οφείλεται στην μη αποδοχή από την Τουρκία πολλών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, είτε ως Συμβατικού Δικαίου (UNCLOS 1982), είτε ως Διεθνούς Εθιμικού Δικαίου γενικής υποχρεωτικότητας. Κυρίαρχο θέμα είναι το καθεστώς των νησιών και οι Θαλάσσιες Ζώνες τους, οι έννοιες των κλειστών-ημίκλειστων θαλασσών, κ.λπ.

Η τεράστια αποδοχή διεθνώς (περί τα 168 κράτη) και επικύρωση-προσχώρηση στην Σύμβαση 1982, κατέστησε σχεδόν το σύνολο των ρυθμίσεών της και Εθιμικό Δίκαιο και γι’ αυτό επανειλημμένα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ διακήρυξαν την ταυτόχρονη (δηλαδή γενική) ισχύ της Σύμβασης 1982 για όλα τα κράτη.

2. Το θέμα λοιπόν δεν είναι αν θα γίνει ένας ακόμη γύρος διαλόγου Ελλάδος-Τουρκίας για τα ζητήματα των θαλάσσιων οριοθετήσεων, αλλά ποιο το πλαίσιό του, ποια η διάρκειά του και ποιες οι επιπτώσεις της βέβαιης κατάρρευσής του. Τι εννοώ:

α) Αν δεν δώσει η Τουρκία, χειροπιαστά και σοβαρά δείγματα αλλαγής πολιτικής και προθέσεων της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η προβαλλόμενη επιθυμία διαλόγου εκ μέρους της.

Δεν είναι δυνατόν 49 χρόνια μετά την Κυπριακή εισβολή, να επιδιώκει θρασύτατα την νομιμοποίηση των «τετελεσμένων» της κατοχής, με την μετατροπή της βάσης των Διακοινοτικών σε διάλογο για δύο «ισότιμα» κράτη στην Κύπρο! Το επανέλαβε προ ολίγων ημερών επισκεπτόμενος τα Κατεχόμενα ο ίδιος ο Ερντογάν. Το δέχεται αυτό η Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο ΟΗΕ, μετά από τόσες καταδικαστικές Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και άλλων οργάνων;

Δεν είναι δυνατόν, ούτε νοητό να παραμένει σχεδόν 30 χρόνια το casus belli! Ούτε να υποστηρίζεται η διχοτόμηση του Αρχιπελάγους του Αιγαίου με την νεοπαγή θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας»! Ούτε να συνδέεται η αποστρατικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου με την ελληνική κυριαρχία σ’ αυτά! Ούτε να αμφισβητείται η ελληνική κυριαρχία σε 152 νησιά του Αιγαίου με την επεκτατική θεωρία των «γκρίζων ζωνών»!

Όλα αυτά πρέπει να αναιρεθούν πριν από κάθε διάλογο! Όπως και να υπάρξει άμεση απόσυρση των περισσοτέρων κατοχικών στρατευμάτων πριν την τελική συμφωνία επανένωσης της Κύπρου. Και άμεση ακύρωση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου οριοθέτησης στην Ανατολική Μεσόγειο, που παραβιάζει κατάφωρα κάθε κανόνα οριοθέτησης και νησιωτικών Θαλασσίων Ζωνών του Δικαίου της Θάλασσας.

Εξάλλου, η Αγία Σοφία μετετράπη πρόσφατα σε χώρο προσευχής των Μουσουλμάνων, χωρίς καμία αποτελεσματική Ελληνική αντίδραση! Πρέπει να επανέλθει, τουλάχιστον, στο προηγούμενο καθεστώς της ως μνημείο της UNESCO.

Οι ανύπαρκτες ουσιαστικές αντιδράσεις της Ελλάδος, στα Σεπτεμβριανά του 1955, στις περιουσιακές κατασχέσεις και απελάσεις των Ελλήνων της Πόλης (1964-1965) και ο στραγγαλισμός της Οικουμενικότητας του Πατριαρχείου, αλλά και το κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης από το 1971, ήρθαν να σωρευθούν στην μηδέποτε εφαρμογή του Καθεστώτος Αυτοδιοίκησης που προέβλεπε η Συνθήκη της Λωζάννης για την Ίμβρο και την Τένεδο, χωρίς ουσιαστική ελληνική αντίδραση! Για να μην αναφερθούμε στις 3 Γενοκτονίες (1913-1923), των Ποντίων, Μικρασιατών και Ανατολικοθρακιωτών Eλλήνων, που διέπραξαν ατιμωρητί οι Τούρκοι και μόλις το 1994, 1998 (και  το 2022 για την Ανατολική Θράκη, ανολοκλήρωτα), κατήγγειλε η Βουλή των Ελλήνων! Δηλαδή μετά από 70 χρόνια (!) και 40 χρόνια μετά την ισχύ της Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ για την Γενοκτονία (1951).

β) Αν δεν περιοριστεί ο διάλογος μόνο στις οριοθετήσεις ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας και αν περιληφθούν, όπως διακηρύττει ο Ερντογάν, η Χωρική Θάλασσα και η στρατικοποίηση (δηλ. ο αφοπλισμός) των νησιών, η κυριαρχία σε 152 νησιά μας, η αποδοχή της «Γαλάζιας Πατρίδας» κ.λπ., δεν μπορεί να υπάρξει διάλογος για οτιδήποτε και άρα ούτε προσφυγή στη Χάγη.

γ) Το κρισιμότερο μέγεθος είναι αυτό του χρόνου τον οποίο η Τουρκία «ροκανίζει», υποκρινόμενη ότι συζητάει, αλλά όχι στη βάση του ισχύοντος Διεθνούς Δικαίου της Θαλάσσης, περιφρονώντας την εκφρασμένη βούληση της Διεθνούς Κοινότητας και επιμένοντας να το φέρει στα μέτρα της (γεωγραφικά και όχι μόνο) δηλαδή να δώσει προτεραιότητα στις Θαλάσσιες Ζώνες των ηπειρωτικών ακτών έναντι αυτών των νησιών, σε πλήρη αντίθεση με αυτό που ρητά καθορίζει το άρθρο 121 §2 και 3 της UNCLOS 1982. Ο εδαφικός όγκος της (780.000 τετρ. χλμ.) δεν παίζει κανέναν ρόλο απέναντι στα 132.000 τετρ. χλμ. της Ελλάδος, όπως παγίως προκύπτει από την Νομολογία της Χάγης  και άλλων Δικαστηρίων. Αντίθετα, η κύρια πηγή θαλάσσιων δικαιωμάτων είναι το μήκος των ακτών (maritime facade), δηλαδή το κριτήριο της αναλογικότητας, στο οποίο η Ελλάδα κυριαρχεί και στο Αιγαίο (4,5:1) και συνολικά ως παράκτια χώρα (2:1) απέναντι στην Τουρκία. Ταυτόχρονα μας εκβιάζει με το casus belli ώστε να μην προβούμε σε απόλυτα νόμιμες  κινήσεις.

δ) Είναι δυνατόν οι συγγραφείς του άρθρου της Καθημερινής να ασεβούν απέναντι στην πάντοτε νομιμόφρονα και φιλειρηνική Ελλάδα, λέγοντας ότι οποιαδήποτε απαίτησή μας απέναντι στις τουρκικές αυθαιρεσίες, που διαρκούν από την επαύριο της Συνθήκης της Λωζάννης (τουλάχιστον), θα μας καταστήσει «αναθεωρητικό» κράτος, όπως η Τουρκία; Εισέβαλε η Ελλάδα στην Κύπρο ή μήπως η Τουρκία, επί 49 χρόνια κατέχει το 37% του νησιού, μολονότι το άφρον και ξενοκίνητο πραξικόπημα του 1974 δεν είχε ούτε έναν Τούρκο-Τουρκοκύπριο ως θύμα και η συνταγματική τάξη αποκαταστάθηκε στις 24 Ιουλίου, δηλαδή σε 10 μέρες από το πραξικόπημα, ενώ η Τουρκία προχώρησε στον 2ο Αττίλα, καταλαμβάνοντας το 37% της Μεγαλονήσου, όπως προέβλεπαν τα συνωμοτικά σχέδιά της (σε γνώση και ανοχή συμμάχων μας…).

Μήπως εισέβαλε η χώρα μας στο Ιράκ, στη Συρία, ή υποβοήθησε τον πόλεμο στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, την Λιβύη και άλλες Αφρικανικές χώρες; Αυτά είναι πρακτικές της Τουρκίας…!

Ζητάει η Ελλάδα τουρκικά εδάφη, όπως η Τουρκία ελληνικά νησιά, με ελληνική ιστορία, πληθυσμό και ένταξη επί 110 χρόνια στην επικράτεια του νέου Ελληνικού Κράτους; Μήπως ερευνά η Ελλάδα σε τουρκική Υφαλοκρηπίδα; Μήπως παραβιάζει και διεκδικεί τον τουρκικό εναέριο χώρο η χώρα μας;

ε) Με την λογική της αποφυγής αμυντικών δαπανών και ανάλωσης διπλωματικού κεφαλαίου, που έμμεσα προτείνουν οι 4 συντάκτες, αργά ή γρήγορα θα οδηγηθούμε σε υποχωρήσεις, λιγότερες ή περισσότερες, απέναντι στους γιγάντιους στρατιωτικούς εξοπλισμούς της Τουρκίας, που βέβαια είναι επιθετικοί και όχι αμυντικοί και αποτελούν μέρος της «πολιτικής των κανονιοφόρων» που εφαρμόζει, ώστε να εκβιάζει για συμφέρουσες γι’ αυτήν λύσεις, contra legem, δηλαδή σε πλήρη αντίθεση με το Διεθνές Δίκαιο. Όπως ακριβώς πράττει και με την απειλή πολέμου (casus belli) για την άσκηση νομίμων δικαιωμάτων της χώρας μας (χωρική θάλασσα ΑΟΖ, εναέριος χώρος κ.λπ.).

στ) Το προσδοκώμενο όφελος της Ελλάδος από την εφαρμογή και οριστικοποίηση των Θαλασσίων Ζωνών της, δεν είναι κυρίως ζήτημα οικονομικό, αλλά εθνικής ακεραιότητας (χωρική θάλασσα) και κυριαρχικών δικαιωμάτων (ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα) στο κατ’ εξοχήν Ελληνικό Ιστορικό Αρχιπέλαγος του Αιγαίου, του οποίου η συνοχή, μεταξύ του νησιωτικού συμπλέγματος και της ηπειρωτικής Ελλάδος αποτελεί μείζον στρατηγικό και ζωτικό θέμα για την χώρα μας από κάθε άποψη. Αυτό τόνισε εμφαντικά ο Κων/νος Καραμανλής σε επιστολή του προς τον Αμερικανό Πρόεδρο Κάρτερ, το 1977, όπως προέκυψε από δημοσιοποίηση των αρχείων το 2007!

Φανταστείτε εξέδρες άντλησης υδρογονανθράκων, ή απλά επιστημονικής έρευνας που θα μπορούσε να εγκαταστήσει η Τουρκία στο εσωτερικό του Αιγαίου, πίσω από τα νησιά μας του Ανατολικού Αιγαίου, και οι οποίες βέβαια θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται ανά πάσα στιγμή για στρατιωτικούς σκοπούς (ελικοδρόμια, ραντάρ, βάσεις πυραύλων, καταδρομικών επιχειρήσεων, υπερφαλάγγισης της άμυνας των νησιών μας, κ.λπ.).

ζ) Καμία σχέση δεν έχει η κλιματική αλλαγή με τις ανάγκες άμυνας και ασφάλειας της Ελλάδος στο Αιγαίο, που απειλείται με 110.000 στρατιώτες της 4ης Στρατιάς της Σμύρνης και τον μεγαλύτερο αποβατικό στόλο της Μεσογείου ή και όλης της Ευρώπης…

Άλλωστε, πόσα κράτη συνεχίζουν την παραγωγή ενέργειας από υδρογονάνθρακες (π.χ. Νορβηγία, Ισραήλ, Αίγυπτος, κ.λπ.), όταν η ολιγωρούσα Ελλάδα άργησε επί δεκαετίες να αξιοποιήσει τα υπαρκτά δικά της αποθέματα, ακριβώς για να μην ενοχλήσει την επιθετική Τουρκία… που την απειλούσε και έφτασε να οριοθετεί παράνομες ζώνες με την μακρινή Λιβύη! Και βέβαια να κάνει γεωτρήσεις σε κυπριακά θαλασσοτεμάχια και έρευνες λίγο έξω από την Ρόδο-Κάρπαθο-Ανατολική Κρήτη (Ορούτς Ρέις).

η) Η Τουρκία με την συνεχή παραβατικότητά της, κερδίζει συνεχώς έδαφος (ελληνική κόπωση) στην μελλοντική διαπραγμάτευση, και χρόνο, ώστε να ενισχύεται απέναντι στην Ελλάδα και τελικά να επιβάλει τους όρους της. Αυτό άλλωστε έμμεσα συνάγεται από την λογική που διέπει το ίδιο το άρθρο των 4 στην Καθημερινή…

Η Ελλάδα δεν «τορπιλίζει» την επίλυση της οριοθέτησης, αλλά αντίθετα το πράττει η Τουρκία αρνούμενη το Δίκαιο της Θάλασσας και «νομοθετώντας» μονομερώς! Η Ελλάδα δεν εξήγγειλε το δικό της casus belli…, αλλά αν δεχθεί αυτή την «πολιτική των κανονιοφόρων» θα δορυφοροποιηθεί πλήρως εξαρτώντας τις νόμιμες αποφάσεις της από την τουρκική συναίνεση!

Δηλαδή, το να εξαγγείλουμε διεκδίκηση Θαλασσίων Ζωνών μέχρι τη μέση γραμμή (ως προσωρινή λύση μέχρι την συμφωνημένη ή δικαστική οριοθέτηση) είναι «άστοχη», «μη ρεαλιστική» ή «επικίνδυνη πράξη» κατά τους 4 συντάκτες; Όταν μάλιστα θα προκύπτει από την τουρκική άρνηση του Δικαίου της Θάλασσας; Μόνον, δηλαδή, η εκούσια υποχώρησή μας θα αποσοβήσει τους κινδύνους; Οπότε τελεσφορεί ο τουρκικός εκβιασμός και η Ελλάδα χάνει σημαντικό μέρος της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας της!

Εμείς επιζητούμε τη δικαστική λύση, αυτοί (οι Τούρκοι) την υπονομεύουν με πακέτο διαφορών που αφορούν ελληνική κυριαρχία, άρα είναι ανεπίδεκτες δικαστικής επίλυσης, αλλά  εμείς καθιστάμεθα υπόλογοι «τορπιλισμού» του διαλόγου! Έλεος! Εμείς ή αυτοί (Τούρκοι) αρνούνται το Δίκαιο της Θάλασσας που αποδέχονται 168 κράτη και οι Διεθνείς Οργανισμοί (π.χ. Ευρωπαϊκή Ένωση, ΟΗΕ, κ.λπ.);

θ) Αν η Τουρκία γίνεται «αναξιόπιστη στα μάτια της Δύσης», τότε ποιες είναι οι αρνητικές συνέπειες που υφίσταται; Γιατί, πάντα προς εμάς μόνο ασκείται πίεση να υποχωρήσουμε, από στενούς συμμάχους μας;

ι) Αν πρέπει να γίνει διάλογος, για μία τελευταία φορά (προς ικανοποίηση των συμμάχων μας!), τότε θα πρέπει να τηρηθούν οι εξής προϋποθέσεις:

-Σύντομο χρονοδιάγραμμα, π.χ. 6 μηνών (γιατί επί 50 χρόνια συζητάμε με δική μας αποκλειστική ζημία, μη οριστικοποίησης των θαλάσσιων συνόρων μας, καθώς εμείς ως Ελλάδα έχουμε περισσότερα συμφέροντα στο Αιγαίο ιδίως, χωρίς ποτέ να έχουμε δημιουργήσει κωλύματα στην τουρκική ναυσιπλοΐα ή καταχρηστική έκδοση NAVTEX, όπως μονίμως κάνει η Τουρκία κ.λπ.).

-Αποκλειστική βάση του διαλόγου το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία επιδιώκει την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει ως τμήμα του Κοινοτικού (Ενωσιακού) Κεκτημένου, την UNCLOS 1982. Άρα, ας αποδεχθεί αυτήν η γείτων και ας προσφύγει στη Χάγη μαζί μας για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας!

-Ένα θέμα μόνο διαλόγου : Οριοθέτηση ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας. Καμία συζήτηση για στρατικοποίηση, γκρίζες ζώνες κ.λπ. συναφή.

ια) Η «ρευστότητα και αδυναμία της Ευρώπης» που εντοπίζει το άρθρο των 4, και ο «κλυδωνισμός των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, στο οποίο στηριζόμαστε», όπως αναφέρουν, μήπως πρέπει να οδηγήσουν σε όπως-όπως υποχώρηση μας προς τις τουρκικές απαιτήσεις;

ιβ) Αφού «η Τουρκία ενισχύθηκε τα τελευταία 50 χρόνια» πρέπει εμείς να υποταχθούμε στις βουλήσεις της ή αντίθετα να αντιρροπήσουμε αυτήν την ανισότητα με εθνικό συναγερμό ενδυνάμωσης, οικονομικής ανάπτυξης, δημογραφικής ευρωστίας και ισχύος, ώστε να διασώσουμε τα δίκαιά μας, και όχι να τα συρρικνώσουμε… με επικίνδυνες εκπτώσεις. Άλλωστε, εμείς ποτέ δεν αρνηθήκαμε τον διάλογο, η Τουρκία το έπραξε. Αλλά διάλογος δεν έχει νόημα όταν διεξάγεται με διαφορετική βάση για κάθε πλευρά… και με την απειλή πολέμου να επικρέμεται εναντίον μας!

Το κείμενο των 4 είναι ένα πολιτικό και όχι νομικό κείμενο. Είναι «στρατευμένο» για να δικαιολογήσει τον άμεσο διάλογο έστω και με πολλαπλή agenda, χωρίς βάση αυστηρά το Διεθνές Δίκαιο, αλλά ίσως την αόριστη αρχή της δικαιοσύνης  που αναμασά η Τουρκία, με στόχο την ανατροπή του ισχύοντος Δικαίου της Θάλασσας, και κυρίως χωρίς να έχουν αρθεί πριν από την Τουρκία τα «τετελεσμένα» που επέφερε κατά του Ελληνισμού τα τελευταία 110 χρόνια.

Η αρξαμένη ήδη τα τελευταία χρόνια ουσιαστική ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων είναι απαραίτητη για αποτροπή και ανάσχεση των απειλών της επεκτατικής Τουρκίας. Αλλά ταυτόχρονα απαιτείται ενημέρωση του λαού , επίγνωση των κινδύνων του τουρκικού επεκτατισμού- αναθεωρητισμού, φρόνημα επιβίωσης και ετοιμότητα αντίστασης όλων μας και όχι πνεύμα υποχωρητικότητας και συμβιβασμού στην εθνική ακεραιότητα και κυριαρχία μας!

Προέλευση: International Hellenic Association

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του ΙΗΑ εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς – μέλη του ΙΗΑ. Η ιστοσελίδα του ΙΗΑ δεν λογοκρίνει, ούτε επεμβαίνει σε άρθρα – κείμενα των μελών του ΙΗΑ

Ημαθιώτης

Ημαθιώτης